Κατά την διάρκεια του αμερικάνικου εμφύλιου πολέμου η επίσημη αγγλία είχε πάρει το μέρος των νοτίων καθώς ο νότος με τα απέραντα δουλοχώραφα ήταν ένας από τους κύριους προμηθευτές βαμβακιού της ακμάζουσας βρετανικής κλωστουφαντουργίας. Μάλιστα κατά την διάρκεια της κρίσης και λόγω της έλλειψης πρώτης ύλης είχαν χαθεί αρκετές θέσεις εργασίας για τους άγγλους εργάτες.
Όταν πια τελείωσε ο πόλεμος ένας μαύρος λοχίας του στρατού των βορείων ονόματι Γκίλμπερτ Μπειτς υποστήριξε σε μια κουβέντα ότι παρόλα αυτά που είχαν γίνει στο παρελθόν λίγοι άγγλοι έτρεφαν εχθρικά αισθήματα για τους αμερικάνους του βορρά. Κουβέντα στην κουβέντα όπως γίνεται συνήθως στις πολιτικές συζητήσεις τα πνεύματα οξύνθηκαν και ένας πλούσιος φίλος του λοχία υποστήριξε ότι δεν θα μπορούσε να περπατήσει μέσα στο αγγλικό έδαφος με την αμερικάνικη σημαία στα χέρια χωρίς να τον προσβάλλουν, να τον βρίσουν ή και να τον χτυπήσουν και μάλιστα στοιχημάτισε $1000 έναντι $100. Ο Μπέιτς δέχτηκε το στοίχημα και στις πέντε νοεμβρίου του 1872 ξεκίνησε ένα οδοιπορικό από τα σύνορα της Σκωτίας μέχρι το λονδίνο ντυμένος τη στολή του αμερικάνικου πυλοβολικού και με μια τεράστια σημαία του βορρά στα χέρια (αυτή που μοιάζει με την σημερινή με τις λωρίδες και τα αστέρια). Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν μοναδική. Ξενοδοχεία τον φιλοξένησαν δωρεάν, απλοί άνθρωποι τον προσκάλεσαν στα σπίτια τους για φαγητό και γενικά παντού αντιμετώπισε ευγένεια και φιλική διάθεση για την αμερική και για τον ίδιο. Μάλιστα το τέλος της διαδρομής του στο Λονδίνο έγινε μέσα σε ένα πανηγυρικό κλίμα. Ο λοχίας τηλεγράφησε στον φίλο του ότι δεν πρόκειτε να ζητήσει τα χρήματα του στοιχήματος καθώς αυτό που έγινε ήταν πολύ σημαντικότερο από το οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. |